διάδρομος
•
- μακρόστενος χώρος σε κτήριο ή μεταφορικό μέσο στον οποίο έχουν πρόσβαση τα περισσότερα τα μέρη του ίδιου επιπέδου Βικιλεξικό
- ειδικότερατο απλά διαμορφωμένο ή ειδικά στρωμένο δάπεδο σε αεροδρόμιο ή αλλού που χρησιμεύει για την προσγείωση και την απογείωση αεροπλάνων Βικιλεξικό
- ειδικότερακάθε μία από τις σειρές που χωρίζονται με γραμμές και στις οποίες τρέχουν οι αθλητές Βικιλεξικό
- συνεκδοχικάμακρόστενο χαλί Βικιλεξικό
- όργανο γυμναστικής που έχει ιμάντα κινούμενο με ρυθμιζόμενη ταχύτητα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
διάδρομος < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή διάδρομος (πέρασμα, διαδρομή, ουσιαστικοποιημένο ουδέτερο του επιθέτου) < αρχαία ελληνική διάδρομος. Μορφολογικά, διά- + δρόμος :* για τις σύγχρονες σημασίες < σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική corridor, couloir.
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | διάδρομος | διάδρομοι |
| Γενική | διαδρόμου | διαδρόμων |
| Αιτιατική | διάδρομο | διαδρόμους |
| Κλητική | διάδρομε | διάδρομοι |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →