διάθεση
•
- Η συναισθηματική κατάσταση Βικιλεξικό
- Το πρόβλημα, όμως, είναι ότι όταν νιώθουμε έτσι, ο χρόνος που περνάμε στην οθόνη επιβαρύνει τη διάθεσή μας αντί να τη βελτιώνει. Οι οθόνες μάς κάνουν να νιώθουμε πιο μόνοι, πιο ξεκομμένοι και λιγότερο ικανοποιημένοι με τον εαυτό μας. (www.kathimerini.gr, 04.01.2024)
- Η όρεξη για κάποια δραστηριότητα· η ψυχολογική τάση να κάνεις κάτι
- το να διαθέτεις (δίνεις, χορηγείς ή πωλείς) σε κάποιον άλλον χρήματα, αγαθά, υπηρεσίες Βικιλεξικό
- απαγορεύεται η διάθεση των προϊόντων αυτών στα περίπτερα
- Δεν είναι πάντα αναγκαίο, βέβαια, αυτή η πολιτική βούληση να συνδυάζεται με τη διάθεση δημοσίου χρήματος, παρατηρεί ο κ. Χατζηβασιλειάδης για να συμπληρώσει: (www.kathimerini.gr, 10.10.2004)
- έξοδα διάθεσης: (λογιστική, για εμπορεύματα και προϊόντα) αφορά την αποθήκευση, την προετοιμασία για πώληση, την προώθηση, την διαφήμιση, την παράδοση στους πελάτες, κλπ.
- ετοιμότητα Βικιλεξικό
- οι παίκτες της ομάδας επέστρεψαν από τις διακοπές τους και τέθηκαν στη διάθεση του προπονητή
- είμαι στη διάθεσή σας να το συζητήσουμε
- στη διάθεση της υπηρεσίας: για δημόσιους υπαλλήλους που δεν έχουν τοποθετηθεί σε οργανική θέση
- ετοιμότητα Βικιλεξικό
- «Ξέρω ότι η ακρίβεια, ειδικά στα τρόφιμα, είναι επίμονη. Ομως η κυβέρνηση θα είναι πάντα εδώ και θα χρησιμοποιήσει όλα τα εργαλεία που έχει στη διάθεσή της έτσι ώστε να περιορίσει το πρόβλημα όσο το δυνατόν περισσότερο», είναι το μήνυμά του στο τελευταίο story. (www.kathimerini.gr, 11.11.2023)
- γραμματικήιδιότητα του ρήματος, η οποία αφορά τη σχέση της ενέργειας που αυτο εκφράζει προς το υποκείμενο και η οποία είναι ανεξάρτητη από τη φωνή Βικιλεξικό
- ενεργητική διάθεση όταν ενεργεί το υποκείμενο (π.χ. χτυπώ το κουδούνι)
- μέση διάθεση όταν το υποκείμενο ενεργεί αλλά και ταυτόχρονα είναι δέκτης της ενέργειάς του (π.χ. χτυπιέμαι, οδύρομαι)
- παθητική διάθεση όταν το υποκείμενο δέχεται την ενέργεια άλλου (π.χ. χτυπήθηκα από αυτοκίνητο, το παράθυρο έκλεισε από το δυνατό άνεμο)
- ουδέτερη διάθεση όταν το ρήμα εκφράζει μια ενεργειακή κατάσταση χωρις δράση (κοιμάμαι)
Ετυμολογία
διάθεση < αρχαία ελληνική διάθεσις < διατίθημι < διά + τίθημι (=θέτω)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | διάθεση | διαθέσεις |
| Γενική | διάθεσης | διαθέσεων |
| Αιτιατική | διάθεση | διαθέσεις |
| Κλητική | διάθεση | διαθέσεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →