Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

διάκληση

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. γεύμα που παρατίθεται στους προσκηνυτές ενός (πανηγυρίζοντος) ιερού ναού Βικιλεξικό
    • Η παράδοση συσχετίζει την αρχή του εθίμου με κάποιο σημαντικό γεγονός, με την ανέγερση του ναού, με κάποιο θαύμα. Έτσι, για να αποδοθούν ευχαριστίες στον άγιο, καθιερώθηκε η διάκληση. (*)
  2. νομικός όροςκλήση Βικιλεξικό
    • Το Αστυκόν (sic) Δικαστήριον Ζακύνθου: δικαστική Διάκλησις (*)

Ετυμολογία

διάκληση < (καθαρεύουσα) διάκλησις < διά + κλῆσις < αρχαία ελληνική κλῆσις < καλέω / καλῶ

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήδιάκλησηδιακλήσεις
Γενικήδιάκλησηςδιακλήσεων
Αιτιατικήδιάκλησηδιακλήσεις
Κλητικήδιάκλησηδιακλήσεις

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →