διάκληση
•
- γεύμα που παρατίθεται στους προσκηνυτές ενός (πανηγυρίζοντος) ιερού ναού Βικιλεξικό
- Η παράδοση συσχετίζει την αρχή του εθίμου με κάποιο σημαντικό γεγονός, με την ανέγερση του ναού, με κάποιο θαύμα. Έτσι, για να αποδοθούν ευχαριστίες στον άγιο, καθιερώθηκε η διάκληση. (*)
- νομικός όροςκλήση Βικιλεξικό
- Το Αστυκόν (sic) Δικαστήριον Ζακύνθου: δικαστική Διάκλησις (*)
Ετυμολογία
διάκληση < (καθαρεύουσα) διάκλησις < διά + κλῆσις < αρχαία ελληνική κλῆσις < καλέω / καλῶ
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | διάκληση | διακλήσεις |
| Γενική | διάκλησης | διακλήσεων |
| Αιτιατική | διάκληση | διακλήσεις |
| Κλητική | διάκληση | διακλήσεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →