Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

διάνεμα

ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. άλλη γραφή του νεύμα Βικιλεξικό
  2. ιδιωματικόη φευγαλέα αμυδρά μορφή ενός ανθρώπου ή ζώου (ή αντικειμένου) που περνά και χάνεται, η σκιά του Βικιλεξικό

Ετυμολογία

διάνεμα < ελληνιστική κοινή διάνευμα < διανεύ(ω) + -μα

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήδιάνεμαδιανέματα
Γενικήδιανέματοςδιανεμάτων
Αιτιατικήδιάνεμαδιανέματα
Κλητικήδιάνεμαδιανέματα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →