διάνεμα
•
- άλλη γραφή του νεύμα Βικιλεξικό
- ιδιωματικόη φευγαλέα αμυδρά μορφή ενός ανθρώπου ή ζώου (ή αντικειμένου) που περνά και χάνεται, η σκιά του Βικιλεξικό
Ετυμολογία
διάνεμα < ελληνιστική κοινή διάνευμα < διανεύ(ω) + -μα
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | διάνεμα | διανέματα |
| Γενική | διανέματος | διανεμάτων |
| Αιτιατική | διάνεμα | διανέματα |
| Κλητική | διάνεμα | διανέματα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →