Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

διάνος

ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. πτηνόγαλοπούλα Βικιλεξικό

Ετυμολογία

διάνος <ινδιάνος

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήδιάνοςδιάνοι
Γενικήδιάνουδιάνων
Αιτιατικήδιάνοδιάνους
Κλητικήδιάνεδιάνοι

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →