Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

διάνυση

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του διανύω Βικιλεξικό

Ετυμολογία

διάνυση < ελληνιστική κοινή διάνυσις < αρχαία ελληνική διανύω < διά + ἀνύω

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήδιάνυσηδιανύσεις
Γενικήδιάνυσηςδιανύσεων
Αιτιατικήδιάνυσηδιανύσεις
Κλητικήδιάνυσηδιανύσεις

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →