διάπραξη
•
- πραγματοποίηση, εκτέλεση Βικιλεξικό
Ετυμολογία
διάπραξη < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική διάπρα(ξις) (πρακ- + -σις > -ση) + -ξη < διαπράττω. Συγχρονικά αναλύεται σε διά- + πράξη
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | διάπραξη | διαπράξεις |
| Γενική | διάπραξης | διαπράξεων |
| Αιτιατική | διάπραξη | διαπράξεις |
| Κλητική | διάπραξη | διαπράξεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →