Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

διάρροια

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. ιατρικήδυσλειτουργία του πεπτικού συστήματος η οποία χαρακτηρίζεται από αύξηση ρευστότητας των κοπράνων Βικιλεξικό
    • δεν δίνουμε γάλα στη γάτα μας, μπορεί να της προκαλέσει διάρροια
    • Παρ'όλο που αρκετοί ιοί φαίνεται να προκαλούν διάρροια στις στρουθοκαμήλους (παραμυξοϊός, ρεοϊός, ερπητοϊός, birna-like ιός, εντεροϊός, αδενοϊός και κοροναϊός), η συχνότητα με την οποία αυτοί απαντούν είναι άγνωστη. (Δελτίον της Ελληνικής Κτηνιατρικής Εταιρείας, τόμος 52, 2001)
  2. μεταφορικάασταμάτητη ροή, π.χ. λόγου / γραφής Βικιλεξικό
    • Ποτέ και κανένας δεν είχε υπεκφύγει την ουσία μιας ερώτησης με τόσα πολλά φούμαρα. Είναι παραπάνω από προφανές, εάν δεν έχεις τη νοημοσύνη σαλαμάνδρας, πως ούτε η αγάπη, ούτε η θέληση, ούτε η ευτυχία, ούτε καμία άλλη παπαριά ήταν υπεύθυνη για τη διάρροια δύο χιλιάδων τριακοσίων σελίδων. (Πέτρος Τατσόπουλος, Η κυρία που λυπάται, εκδ. Μεταίχμιο, 2018)

Ετυμολογία

διάρροια < αρχαία ελληνική διάρροια < διαρρέω

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήδιάρροιαδιάρροιες
Γενικήδιάρροιαςδιαρροιών
Αιτιατικήδιάρροιαδιάρροιες
Κλητικήδιάρροιαδιάρροιες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →