Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

διάσιμο

ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. ιδιωματικόη διαδικασία ή το αποτέλεσμα του διάζομαι Βικιλεξικό

Ετυμολογία

διάσιμο < διάζομαι διασ- + -ιμο

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήδιάσιμοδιασίματα
Γενικήδιασίματοςδιασιμάτων
Αιτιατικήδιάσιμοδιασίματα
Κλητικήδιάσιμοδιασίματα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →