διάσιμο
•
- ιδιωματικόη διαδικασία ή το αποτέλεσμα του διάζομαι Βικιλεξικό
Ετυμολογία
διάσιμο < διάζομαι διασ- + -ιμο
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | διάσιμο | διασίματα |
| Γενική | διασίματος | διασιμάτων |
| Αιτιατική | διάσιμο | διασίματα |
| Κλητική | διάσιμο | διασίματα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →