διάσταση
•
- μαθηματικάτο σύνολο των στοιχείων που παράγονται από ένα διάνυσμα μιας ελάχιστης γραμμικής θήκης ενός αλγεβρικού σώματος Βικιλεξικό
- Ο προσδιορισμός ενός στοιχείου κατά την οποία χρησιμοποιείται μια διάσταση, συνεπάγεται ότι δεν υπάρχει τρόπος να προσδιοριστεί αυτό το στοιχείο μόνο με τις υπόλοιπες διαστάσεις.
- καθένα από τα τρία θεμελιώδη μεγέθη: μήκος, πλάτος, ύψος Βικιλεξικό
- η τέταρτη διάσταση είναι ακόμα μία αμφιλεγόμενη έννοια
- κατ' επέκτασητο μέτρο κάθε μιας από τις τρεις διαστάσεις Βικιλεξικό
- τι διαστάσεις έχει το κουτί που θα μου στείλεις;
- η όψη μιας υπόθεσης, ενός προβλήματος κλπ. Βικιλεξικό
- Το πρόβλημα της προέλευσης των Βλάχων δεν έχει παρά μόνο τις εξής διαστάσεις: σε ποιούς λαούς, με τι τρόπο, σε ποια έκταση, σε ποια ιστορική περίοδο και σε τι βαθμό υπήρξε γλωσσικός εκλατινισμός, για πόση χρονική διάρκεια και για ποιους λόγους. (Γιώργης Έξαρχος, Αχιλλεύς Λαζάρου, Οι Ελληνοβλάχοι (Αρμανοί), εκδ. Καστανιώτη, 2001, σελ. 52)
- η επέκταση ή η ευρύτητα ενός φαινομένου Βικιλεξικό
- η χρήση των ναρκωτικών έχει πάρει μεγάλες διαστάσεις
- ο χωρισμός ζευγαριού Βικιλεξικό
- είναι σε διάσταση με τον άντρα της και ετοιμάζονται για διαζύγιο
Ετυμολογία
διάσταση < αρχαία ελληνική διάστασις < διίσταμαι (διά και ἵσταμαι)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | διάσταση | διαστάσεις |
| Γενική | διάστασης | διαστάσεων |
| Αιτιατική | διάσταση | διαστάσεις |
| Κλητική | διάσταση | διαστάσεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →