Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

διάταγμα

ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. ονομασία γραπτών εντολών, από υψηλά ιστάμενη αρχή της εκτελεστικής εξουσίας, που έχει και νομοθετικό χαρακτήρα Βικιλεξικό
    • Ο Πάπας Φραγκίσκος υπέγραψε διάταγμα με το οποίο αναγνωρίζεται ένα δεύτερο θαύμα που αποδίδεται στη Μητέρα Τερέζα, ανοίγοντας το δρόμο για την αγιοποίηση το ερχόμενο έτος της γυναίκας που αφιέρωσε τη ζωή της στο να βοηθάει τους φτωχούς στην Ινδία και στον κόσμο, ανακοίνωσε την Παρασκευή το Βατικανό.
    • Με προεδρικό διάταγμα, το οποίο εκδίδεται μετά από πρόταση των Υπουργών Εσωτερικών, Αποκέντρωσης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης και Οικονομικών, ρυθμίζονται θέματα που αφορούν στη βεβαίωση εσόδων, στην ανάληψη υποχρεώσεων, στην έκδοση χρηματικών ενταλμάτων, στην ευθύνη και στον καταλογισμό σε βάρος των προσώπων που τα εκδίδουν και τα προσυπογράφουν, στη διαδικασία και το περιεχόμενο του ελέγχου των χρηματικών ενταλμάτων, στη χρηματική διαχείριση της ταμειακής υπηρεσίας, στη λογοδοσία των υπαλλήλων που ασκούν καθήκοντα ταμία (Νόμος 3852/2010, Άρθρο 268)

Ετυμολογία

διάταγμα < ελληνιστική διάταγμα

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήδιάταγμαδιατάγματα
Γενικήδιατάγματοςδιαταγμάτων
Αιτιατικήδιάταγμαδιατάγματα
Κλητικήδιάταγμαδιατάγματα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →