Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

διάτανος

/ˈðʝa.ta.nos/ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. προφορικόο διάβολος, σε εκφορά πιο ήπια Βικιλεξικό
    • Δεν πέρασε πολλή ώρα κι ο Σεϊτάν Ιμπρήμης , ή κατά τους συντοπίτες του Διάτανος ή Διαβολοπροσκυνημένος , έλαβε το λόγο ανεβαίνοντας σε ψάθινο σκαμνί μπροστά στο παγωμένο ακροατήριο :... (Γιάννης Νέζης, Η Αφροδίτη στο Πασαλίκι του Ενεβάχτε, εκδ. Παρασκήνιο, σελ. 33, 1998)

Ετυμολογία

διάτανος < συμφυρμός των διά(βο)λος + (σα)ταν(άς) + -ος

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήδιάτανοςδιάτανοι
Γενικήδιάτανουδιάτανων
Αιτιατικήδιάτανοδιάτανους
Κλητικήδιάτανεδιάτανοι

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →