Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

διάταξη

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. σύνολο αντικειμένων που έχουν συγκεκριμένη σχέση θέσης μεταξύ τους, η κατάλληλη τοποθέτηση των αντικειμένων Βικιλεξικό
  2. η κατάλληλη παράταξη στρατού για ένα συγκεκριμένο σκοπό Βικιλεξικό
  3. νομικός όροςειδικό τμήμα νόμου ή κανονισμού αναφερόμενο σε συγκεκριμένο θέμα Βικιλεξικό
    • Οι διατάξεις του νόμου τίθενται σε ισχύ από την 1η Ιανουαρίου 2015, εκτός αν ορίζεται διαφορετικά σε επιμέρους θέματα. (Τα λογιστικά βιβλία, σύμφωνα με τα Ελληνικά Λογιστικά Πρότυπα. Δημοσίευση 2014-11-26. Αρχειοθέτηση 2019-08-12. Πρόσβαση 2021-08-18.)
  4. η διαταγή Βικιλεξικό
  5. τεχνολογίαdevice: μία ή περισσότερες συσκευές κατάλληλα συνεργαζόμενες· ως σύνολο θεωρούνται ως μία ενιαία συσκευή, ως μονάδα (unit) Βικιλεξικό
    • Ερευνητές, οι οποίοι είναι επιστήμονες υψηλής επιστημονικής εμπειρίας και κατάρτισης, κάτοχοι διδακτορικού διπλώματος, που εργάζονται αυτοτελώς και ανεξάρτητα για την παραγωγή ή βελτίωση γνώσεων και την εφαρμογή τους για την παραγωγή προϊόντων, διατάξεων (devices), διαδικασιών, μεθόδων και συστημάτων, ενώ μπορούν να παρέχουν και εκπαιδευτικό και διοικητικό έργο. (Νόμος 4310/2014, Έρευνα, Τεχνολογική Ανάπτυξη και Καινοτομία και άλλες διατάξεις, Ελληνική Δημοκρατία)

Ετυμολογία

διάταξη < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική διάταξις < διατάσσω

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήδιάταξηδιατάξεις
Γενικήδιάταξηςδιατάξεων
Αιτιατικήδιάταξηδιατάξεις
Κλητικήδιάταξηδιατάξεις

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →