Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

διάτορος

/ðiˈa.to.ɾos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. λόγιοδιαπεραστικός, οξύς, έντονος Βικιλεξικό
    • Δύο φωναὶ ἀνδρικαί, ἡ μία βραχνή, ἐπίρρινος καὶ ὀργίλη, ἡ ἄλλη μελιχρὰ καὶ καταπραϋντική, ἠκούοντο συνεχῶς ἐναλλάσσουσαι· ἀλλ᾽ ἀμφοτέρων ἐδέσποζεν ὀξεῖα καὶ διάτορος φωνή, φωνὴ γυναικὸς νευροπαθοῦς, διαμαρτυρομένης, μὲ γοερὰς καὶ ἀπειλητικὰς κραυγάς, ἃς ἀκούων τις εὐλόγως ὑπέθετεν ὅτι μεγάλη συμφορὰ εἶχεν ἐνσκήψει.

Ετυμολογία

διάτορος < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική διάτορος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήδιάτοροςδιάτορηδιάτορο
Γενικήδιάτορουδιάτορηςδιάτορου
Αιτιατικήδιάτοροδιάτορηδιάτορο
Κλητικήδιάτορεδιάτορηδιάτορο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήδιάτοροιδιάτορεςδιάτορα
Γενικήδιάτορωνδιάτορωνδιάτορων
Αιτιατικήδιάτορουςδιάτορεςδιάτορα
Κλητικήδιάτοροιδιάτορεςδιάτορα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →