διάτρηση
•
- σχηματισμός ή κατασκευή τρύπας που διαπερνά την πλευρά ενός σώματος Βικιλεξικό
- Για την διάτρηση του νιπτήρα, ώστε να τοποθετηθεί στο κέντρο μπαταρία μονής οπής, θα χρειαστούμε ειδικό τρυπάνι υγρής διάτρησης με ψήγματα διαμαντιού, και η διάτρηση θα γίνει περιστροφικά και όχι κρουστικά, ειδάλλως θα σπάσει ο νιπτήρας.
- ειδικότεραη ρήξη του συνεχούς στην επιφάνεια ενός οργάνου, ιστού κ.λπ. για διάφορους λόγους Βικιλεξικό
- η δημιουργία μικρών τρυπών (με περφορατέρ ή αλλιώς) σε χαρτί ή σε άλλο παρόμοιο υλικό Βικιλεξικό
Ετυμολογία
διάτρηση < αρχαία ελληνική διάτρησις
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | διάτρηση | διατρήσεις |
| Γενική | διάτρησης | διατρήσεων |
| Αιτιατική | διάτρηση | διατρήσεις |
| Κλητική | διάτρηση | διατρήσεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →