Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

διάτρητος

/ðiˈa.tɾi.tos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει τρύπες, ο τρυπητός Βικιλεξικό
    • Ἔλασμα λεπτόν ἐκ ξύλου ὀξείας συνήθως, πλάτους ἕως 0,10 τοῦ μέτρου κάμπτεται εἰς κύλινδρον μέ περίμετρον ἕως 0,40 μ. Αὐτό εἶναι ὁ κόθρος. Εἰς τό ἕν ἄνοιγμα τοῦ κόθρου τούτου τανύεται δέρμα λεῖον διάτρητον μὲ ὀπάς, δι ̓ ὧν μόνον ἄλευρον δύναται νὰ διαπεράσῃ καὶ μικροὶ κόκκοι σίτου (Δημήτρης Λουκόπουλος, Αιτωλικαί οικίσεις, σκεύη και τροφαί, Λαογραφικόν Αρχείον, 1925, σελ. 93)
    • Μια φορά έπαιζα στο «Κύτταρο»: δεξιά μου ήταν ο καραγκιόζ μπερντές αναμμένος, με τη φιγούρα μου κομμένη και σκαλισμένη από τον γλυκύτατο Ευγένιο Σπαθάρη, διάτρητη για να περνάει το φώς. (Διονύσης Σαββόπουλος, Γιατί τα χρόνια τρέχουν χύμα, εκδ. Πατάκης, 2025)
  2. μεταφορικάπου έχει λογικά ή άλλου είδους κενά Βικιλεξικό

Ετυμολογία

διάτρητος < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή διάτρητος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήδιάτρητοςδιάτρητηδιάτρητο
Γενικήδιάτρητουδιάτρητηςδιάτρητου
Αιτιατικήδιάτρητοδιάτρητηδιάτρητο
Κλητικήδιάτρητεδιάτρητηδιάτρητο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήδιάτρητοιδιάτρητεςδιάτρητα
Γενικήδιάτρητωνδιάτρητωνδιάτρητων
Αιτιατικήδιάτρητουςδιάτρητεςδιάτρητα
Κλητικήδιάτρητοιδιάτρητεςδιάτρητα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →