Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

διέλαση

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. τρόπος κατεργασίας του αλουμινίου ή άλλου υλικού, κατά την οποία μικραίνει η διατομή του και μεγαλώνει το μήκος του Βικιλεξικό

Ετυμολογία

διέλαση < ελληνιστική κοινή διέλασις ((σημασιολογικό δάνειο) αγγλική extrusion)

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήδιέλασηδιελάσεις
Γενικήδιέλασηςδιελάσεων
Αιτιατικήδιέλασηδιελάσεις
Κλητικήδιέλασηδιελάσεις

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →