διένεξη
•
- λόγιοη αντιπαράθεση, η διαμάχη, η φιλονικία Βικιλεξικό
Ετυμολογία
διένεξη < μεσαιωνική ελληνική διένεξις < αρχαία ελληνική διαφέρω (πρόθεση διά + αοριστικό θέμα ἐνεγκ- του φέρω)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | διένεξη | διενέξεις |
| Γενική | διένεξης | διενέξεων |
| Αιτιατική | διένεξη | διενέξεις |
| Κλητική | διένεξη | διενέξεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →