διέξοδος
•
- το πέρασμα που δίνει τη δυνατότητα για έξοδο Βικιλεξικό
- ως επίθετοπου προσφέρει μια διέξοδο, μια λύση Βικιλεξικό
- διέξοδες επιλογές
Ετυμολογία
διέξοδος < αρχαία ελληνική διέξοδος < διά + ἔξοδος
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | διέξοδος | διέξοδοι / διέξοδοι διέξοδες |
| Γενική | διεξόδου | διεξόδων |
| Αιτιατική | διέξοδο | διεξόδους / διεξόδους διέξοδες |
| Κλητική | διέξοδε / διέξοδε διέξοδο | διέξοδοι / διέξοδοι διέξοδες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →