διέπω
•
- λόγιορυθμίζω, κανονίζω, καθορίζω Βικιλεξικό
- Παράξενες οι συγκυρίες που διέπουν τη ζωή μας αλλά και τη γραφή μας.
- Αρχή ελευθερίας που αναγνωρίζει η ελληνική εμπειρία του Κόσμου από την αρχή της ιστορίας της, διατυπωμένη στον λόγο της, ακριβώς στο προοίμιο της Οδύσσειας, εκεί δηλαδή που προσδιορίζεται η κεντρική αρχή που διέπει την αφήγηση:... (Οδυσσέας Ελληνιάδης, Άξονες ενός καταστατικού χάρτη δημοκρατικής πόλης, Φεβρουάριος – Απρίλιος 2025 https://www.antibaro.gr/article/38135)
Ετυμολογία
διέπω < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική διέπω (καθορίζω) < δι- + ἕπω (ασχολούμαι με)
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | διέπω | διέπεις | διέπει | διέπουμε | διέπετε | διέπουν / διέπουνε |
| Παρατατικός | διείπα | διείπες | διείπε | διείπαμε | διείπατε | διείπαν / διείπανε |
| Μέλλοντας | θα διέπω | θα διέπεις | θα διέπει | θα διέπουμε | θα διέπετε | θα διέπουν / θα διέπουνε |
| Υποτακτική | να διέπω | να διέπεις | να διέπει | να διέπουμε | να διέπετε | να διέπουν / να διέπουνε |
| Προστακτική | — | — | — | — | διέπετε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →