διήμερο
•
- η χρονική περίοδος που διαρκεί δύο ημέρες Βικιλεξικό
- θα περάσομε ένα διήμερο μακριά από την πόλη
Ετυμολογία
διήμερο < δι- + ημερ- (< ημέρα)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | διήμερο | διήμερα |
| Γενική | διήμερου | διήμερων |
| Αιτιατική | διήμερο | διήμερα |
| Κλητική | διήμερο | διήμερα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →