διαβάτης
•
- κάποιος που προχωρά με τα πόδια και περνά από έναν τόπο, ο περαστικός, ο οδοιπόρος Βικιλεξικό
- Διὰ νὰ σχηματίσητε ἰδέαν τοῦ βαθμοῦ εἰς τὸν ὁποῖον ἔφθασεν ἡ ἀγωνομανία, ἀρκεῖ νὰ σᾶς εἴπω ὅτι κάθε ἀπόγευμα περὶ τὴν δύσιν τοῦ ἡλίου ἠμπορεῖ ὁ διαβάτης νὰ καμαρώση περὶ τὸν Πλάτανον τῆς Πλάκας καὶ τὸ φανάρι τοῦ Διογένους, ἐκτὸς τῶν παίδων καὶ νεανίσκων, καὶ ἀρκετὰ μεγάλα ἀγοροκόριτζα νὰ σηκώνουν βάρη, νὰ πηδοῦν, νὰ ρίπτουν δίσκους καὶ νὰ τρέχουν, χωρὶς φόβον νὰ δείξουν τὸ χρῶμα τῆς καλτσοδέτας των, συμμεριζόμενα, ὡς φαίνεται, τὰς περὶ ἐξισώσεως τῶν δυὸ φύλων προοδευτικὰς ἰδέας τῆς «Ἐφημερίδος τῶν Κυριῶν». (Εμμανουήλ Ροΐδης, Οι Αθηναϊκοί δρόμοι, 1896)
Ετυμολογία
διαβάτης < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική διαβάτης
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | διαβάτης | διαβάτες |
| Γενική | διαβάτη | διαβατών |
| Αιτιατική | διαβάτη | διαβάτες |
| Κλητική | διαβάτη | διαβάτες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →