διαβίβαση
•
- μεταφορά από ένα σημείο σε άλλο, μεταβίβαση Βικιλεξικό
- ουσιαστικοποιημένοδιαβιβάσεις Βικιλεξικό
Ετυμολογία
διαβίβαση < διαβιβάζω + -ση (2.μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική transmissions)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | διαβίβαση | διαβιβάσεις |
| Γενική | διαβίβασης | διαβιβάσεων |
| Αιτιατική | διαβίβαση | διαβιβάσεις |
| Κλητική | διαβίβαση | διαβιβάσεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →