διαβαστής
•
- σπάνιοο αναγνώστης Βικιλεξικό
- σπάνιομοναχός που έχει το διακόνημα της ανάγνωσης διαφόρων κειμένων στην τράπεζα ή τις ακολουθίες Βικιλεξικό
Ετυμολογία
διαβαστής < διαβάζω + -τής
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | διαβαστής | διαβαστές |
| Γενική | διαβαστή | διαβαστών |
| Αιτιατική | διαβαστή | διαβαστές |
| Κλητική | διαβαστή | διαβαστές |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →