Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

διαβατάρικος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που διαβαίνει, που περνάει από ένα μέρος ταξιδεύοντας Βικιλεξικό
    • Με διαβατάρικα πουλιά έρωτα να μην πιάνεις (Δημοτικό τραγούδι)
  2. που διαρκεί σύντομο χρονικό διάστημα Βικιλεξικό

Ετυμολογία

διαβατάρικος < διαβατάρης + -ικος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήδιαβατάρικοςδιαβατάρικηδιαβατάρικο
Γενικήδιαβατάρικουδιαβατάρικηςδιαβατάρικου
Αιτιατικήδιαβατάρικοδιαβατάρικηδιαβατάρικο
Κλητικήδιαβατάρικεδιαβατάρικηδιαβατάρικο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήδιαβατάρικοιδιαβατάρικεςδιαβατάρικα
Γενικήδιαβατάρικωνδιαβατάρικωνδιαβατάρικων
Αιτιατικήδιαβατάρικουςδιαβατάρικεςδιαβατάρικα
Κλητικήδιαβατάρικοιδιαβατάρικεςδιαβατάρικα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →