Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

διαβατικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που διέρχεται, που περνάει Βικιλεξικό
    • Ένας διαβατικός πελαργός, χτυπημένος, έπεσε πίσω απ' τα χαρακώματά μας, νεκρός. (Γιάννης Σκαρίμπας Φυγή προς τα εμπρός [διήγημα])
  2. πρόσκαιρος Βικιλεξικό
    • μ’ ανεβρυτό περνάει φτερό κι ανεβοκατεβαίνει / στη φλόγινη αστραπή / χρυσός, πρασινογάλανος, φωτιά, σε μαγεμένη / διαβατική σιωπή·

Ετυμολογία

διαβατικός < (ελληνιστική κοινή) διαβατικός < διαβαίνω

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήδιαβατικόςδιαβατικήδιαβατικό
Γενικήδιαβατικούδιαβατικήςδιαβατικού
Αιτιατικήδιαβατικόδιαβατικήδιαβατικό
Κλητικήδιαβατικέδιαβατικήδιαβατικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήδιαβατικοίδιαβατικέςδιαβατικά
Γενικήδιαβατικώνδιαβατικώνδιαβατικών
Αιτιατικήδιαβατικούςδιαβατικέςδιαβατικά
Κλητικήδιαβατικοίδιαβατικέςδιαβατικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →