διαβατικός
•
- που διέρχεται, που περνάει Βικιλεξικό
- Ένας διαβατικός πελαργός, χτυπημένος, έπεσε πίσω απ' τα χαρακώματά μας, νεκρός. (Γιάννης Σκαρίμπας Φυγή προς τα εμπρός [διήγημα])
- πρόσκαιρος Βικιλεξικό
- μ’ ανεβρυτό περνάει φτερό κι ανεβοκατεβαίνει / στη φλόγινη αστραπή / χρυσός, πρασινογάλανος, φωτιά, σε μαγεμένη / διαβατική σιωπή·
Ετυμολογία
διαβατικός < (ελληνιστική κοινή) διαβατικός < διαβαίνω
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | διαβατικός | διαβατική | διαβατικό |
| Γενική | διαβατικού | διαβατικής | διαβατικού |
| Αιτιατική | διαβατικό | διαβατική | διαβατικό |
| Κλητική | διαβατικέ | διαβατική | διαβατικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | διαβατικοί | διαβατικές | διαβατικά |
| Γενική | διαβατικών | διαβατικών | διαβατικών |
| Αιτιατική | διαβατικούς | διαβατικές | διαβατικά |
| Κλητική | διαβατικοί | διαβατικές | διαβατικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →