Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

διαβητολογικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. ιατρικήπου αφορά τον διαβητολόγο ή τη διαβητολογία ή αναφέρεται σ' αυτά Βικιλεξικό

Ετυμολογία

διαβητολογικός < διαβητολόγος / διαβητολογία + -ικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήδιαβητολογικόςδιαβητολογικήδιαβητολογικό
Γενικήδιαβητολογικούδιαβητολογικήςδιαβητολογικού
Αιτιατικήδιαβητολογικόδιαβητολογικήδιαβητολογικό
Κλητικήδιαβητολογικέδιαβητολογικήδιαβητολογικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήδιαβητολογικοίδιαβητολογικέςδιαβητολογικά
Γενικήδιαβητολογικώνδιαβητολογικώνδιαβητολογικών
Αιτιατικήδιαβητολογικούςδιαβητολογικέςδιαβητολογικά
Κλητικήδιαβητολογικοίδιαβητολογικέςδιαβητολογικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →