διαβητολογικός
•
- ιατρικήπου αφορά τον διαβητολόγο ή τη διαβητολογία ή αναφέρεται σ' αυτά Βικιλεξικό
Ετυμολογία
διαβητολογικός < διαβητολόγος / διαβητολογία + -ικός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | διαβητολογικός | διαβητολογική | διαβητολογικό |
| Γενική | διαβητολογικού | διαβητολογικής | διαβητολογικού |
| Αιτιατική | διαβητολογικό | διαβητολογική | διαβητολογικό |
| Κλητική | διαβητολογικέ | διαβητολογική | διαβητολογικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | διαβητολογικοί | διαβητολογικές | διαβητολογικά |
| Γενική | διαβητολογικών | διαβητολογικών | διαβητολογικών |
| Αιτιατική | διαβητολογικούς | διαβητολογικές | διαβητολογικά |
| Κλητική | διαβητολογικοί | διαβητολογικές | διαβητολογικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →