διαβιβαστικός
•
- σχετικός με μια διαβίβαση Βικιλεξικό
Ετυμολογία
διαβιβαστικός < → λείπει η ετυμολογία
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | διαβιβαστικός | διαβιβαστική | διαβιβαστικό |
| Γενική | διαβιβαστικού | διαβιβαστικής | διαβιβαστικού |
| Αιτιατική | διαβιβαστικό | διαβιβαστική | διαβιβαστικό |
| Κλητική | διαβιβαστικέ | διαβιβαστική | διαβιβαστικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | διαβιβαστικοί | διαβιβαστικές | διαβιβαστικά |
| Γενική | διαβιβαστικών | διαβιβαστικών | διαβιβαστικών |
| Αιτιατική | διαβιβαστικούς | διαβιβαστικές | διαβιβαστικά |
| Κλητική | διαβιβαστικοί | διαβιβαστικές | διαβιβαστικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →