διαβλέπω
•
- υποθέτω και συμπεραίνω από ενδείξεις πριν συμβεί Βικιλεξικό
- συγκρίνετε με το προβλέπω
Ετυμολογία
διαβλέπω < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική διαβλέπω (βλέπω καθαρά), μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική entrevoir Μορφολογικά αναλύεται σε δια- + βλέπω.
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | διαβλέπω | διαβλέπεις | διαβλέπει | διαβλέπουμε | διαβλέπετε | διαβλέπουν / διαβλέπουνε |
| Παρατατικός | διέβλεπα | διέβλεπες | διέβλεπε | διαβλέπαμε | διαβλέπατε | διέβλεπαν / διαβλέπαν / διαβλέπανε |
| Αόριστος | διέβλεψα | διέβλεψες | διέβλεψε | διαβλέψαμε | διαβλέψατε | διέβλεψαν / διαβλέψαν / διαβλέψανε |
| Μέλλοντας | θα διαβλέπω / θα διαβλέψω | θα διαβλέπεις / θα διαβλέψεις | θα διαβλέπει / θα διαβλέψει | θα διαβλέπουμε / θα διαβλέψουμε | θα διαβλέπετε / θα διαβλέψετε | θα διαβλέπουν / θα διαβλέπουνε / θα διαβλέψουν / θα διαβλέψουνε |
| Παρακείμενος | έχω διαβλέψει | έχεις διαβλέψει | έχει διαβλέψει | έχουμε διαβλέψει | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα διαβλέψει | είχες διαβλέψει | είχε διαβλέψει | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω διαβλέψει / να διαβλέπω / να διαβλέψω | να έχεις διαβλέψει / να διαβλέπεις / να διαβλέψεις | να έχει διαβλέψει / να διαβλέπει / να διαβλέψει | να έχουμε διαβλέψει / να διαβλέπουμε / να διαβλέψουμε | να διαβλέπετε / να διαβλέψετε | να διαβλέπουν / να διαβλέπουνε / να διαβλέψουν / να διαβλέψουνε |
| Προστακτική | — | διάβλεπε / διάβλεψε | — | — | διαβλέπετε / διαβλέψτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →