διαβολεμένος
•
- πανούργος, που μπορεί να συγκριθεί με τον διάβολο Βικιλεξικό
- έξυπνος, πονηρός Βικιλεξικό
- έντονος Βικιλεξικό
- Ήταν Τετάρτη, τα εμπορικά ήταν κλειστά, αλλά είχε διαβολεμένη κίνηση. (Γιάννης Ξανθούλης (1989) Ο χάρτινος Σεπτέμβρης της καρδιάς μας [μυθιστόρημα])
Ετυμολογία
διαβολεμένος < → λείπει η ετυμολογία
Άλλοι τύποι
διαβολεμέναδιαβολεμένεδιαβολεμένεςδιαβολεμένηδιαβολεμένηςδιαβολεμένοδιαβολεμένοιδιαβολεμένοςδιαβολεμένουδιαβολεμένουςδιαβολεμένωνδιαολεμένος
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →