Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

διαβολεμένος

ρήμα, αρσενικό
•
  1. πανούργος, που μπορεί να συγκριθεί με τον διάβολο Βικιλεξικό
  2. έξυπνος, πονηρός Βικιλεξικό
  3. έντονος Βικιλεξικό
    • Ήταν Τετάρτη, τα εμπορικά ήταν κλειστά, αλλά είχε διαβολεμένη κίνηση. (Γιάννης Ξανθούλης (1989) Ο χάρτινος Σεπτέμβρης της καρδιάς μας [μυθιστόρημα])

Ετυμολογία

διαβολεμένος < → λείπει η ετυμολογία

Άλλοι τύποι

διαβολεμέναδιαβολεμένεδιαβολεμένεςδιαβολεμένηδιαβολεμένηςδιαβολεμένοδιαβολεμένοιδιαβολεμένοςδιαβολεμένουδιαβολεμένουςδιαβολεμένωνδιαολεμένος

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →