Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

διαβουλευτικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. λόγιοπου έχει σχέση με διαβούλευση ή αναφέρεται σʼ αυτή Βικιλεξικό

Ετυμολογία

διαβουλευτικός < διαβουλεύομαι + -τικός (μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική délibératif)

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήδιαβουλευτικόςδιαβουλευτικήδιαβουλευτικό
Γενικήδιαβουλευτικούδιαβουλευτικήςδιαβουλευτικού
Αιτιατικήδιαβουλευτικόδιαβουλευτικήδιαβουλευτικό
Κλητικήδιαβουλευτικέδιαβουλευτικήδιαβουλευτικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήδιαβουλευτικοίδιαβουλευτικέςδιαβουλευτικά
Γενικήδιαβουλευτικώνδιαβουλευτικώνδιαβουλευτικών
Αιτιατικήδιαβουλευτικούςδιαβουλευτικέςδιαβουλευτικά
Κλητικήδιαβουλευτικοίδιαβουλευτικέςδιαβουλευτικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →