διαβουλευτικός
•
- λόγιοπου έχει σχέση με διαβούλευση ή αναφέρεται σʼ αυτή Βικιλεξικό
Ετυμολογία
διαβουλευτικός < διαβουλεύομαι + -τικός (μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική délibératif)
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | διαβουλευτικός | διαβουλευτική | διαβουλευτικό |
| Γενική | διαβουλευτικού | διαβουλευτικής | διαβουλευτικού |
| Αιτιατική | διαβουλευτικό | διαβουλευτική | διαβουλευτικό |
| Κλητική | διαβουλευτικέ | διαβουλευτική | διαβουλευτικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | διαβουλευτικοί | διαβουλευτικές | διαβουλευτικά |
| Γενική | διαβουλευτικών | διαβουλευτικών | διαβουλευτικών |
| Αιτιατική | διαβουλευτικούς | διαβουλευτικές | διαβουλευτικά |
| Κλητική | διαβουλευτικοί | διαβουλευτικές | διαβουλευτικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →