Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

διαβόητος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. πασίγνωστος (για κάτι αρνητικό) Βικιλεξικό
    • ο διαβόητος εγκληματίας Χ δραπέτευσε ξανά από τις φυλακές
    • Λίγα χρόνια πριν από την παραπάνω συνάντηση των «πρώην εχθρών» και είκοσι χρόνια ακριβώς μετά την επιστροφή του από τα διαβόητα τάγματα εργασίας, ο Ηλίας Βενέζης είχε βρεθεί και πάλι αντιμέτωπος με τον χάρο, όμηρος στο κελί των μελλοθανάτων των Φυλακών Αβέρωφ. (*)

Ετυμολογία

διαβόητος < ελληνιστική κοινή διαβόητος < αρχαία ελληνική βοάω / βοῶ ((σημασιολογικό δάνειο) γαλλική notoire)

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήδιαβόητοςδιαβόητηδιαβόητο
Γενικήδιαβόητουδιαβόητηςδιαβόητου
Αιτιατικήδιαβόητοδιαβόητηδιαβόητο
Κλητικήδιαβόητεδιαβόητηδιαβόητο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήδιαβόητοιδιαβόητεςδιαβόητα
Γενικήδιαβόητωνδιαβόητωνδιαβόητων
Αιτιατικήδιαβόητουςδιαβόητεςδιαβόητα
Κλητικήδιαβόητοιδιαβόητεςδιαβόητα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →