Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

διαγγελέας

ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. παρωχημένοαγγελιοφόρος Βικιλεξικό

Ετυμολογία

διαγγελέας < διαγγέλλω + -έας

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήδιαγγελέαςδιαγγελείς
Γενικήδιαγγελέα / διαγγελέωςδιαγγελέων
Αιτιατικήδιαγγελέαδιαγγελείς
Κλητικήδιαγγελέαδιαγγελείς

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →