διαγγελεύς
•
- καθαρεύουσαo αγγελιαφόρος Βικιλεξικό
- καθαρεύουσα*στρατιωτικός βαθμός) ο διαγγελέας Βικιλεξικό
Ετυμολογία
διαγγελεύς (μαρτυρείται από το 1856) < αρχαία ελληνική διαγγέλλω, διαγγελ- + -εύς
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →