διαγενετικός
•
- γεωλογίαπου έχει σχέση με τη διαγένεση ή αναφέρεται σ’ αυτή Βικιλεξικό
- βιολογίαδιαγονιδιακός Βικιλεξικό
Ετυμολογία
διαγενετικός < διαγένεση + -τικός (1.(μεταφραστικό δάνειο) αγγλική diagenetic· 2.(μεταφραστικό δάνειο) αγγλική transgenic ή (μεταφραστικό δάνειο) γαλλική transgénique)
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | διαγενετικός | διαγενετική | διαγενετικό |
| Γενική | διαγενετικού | διαγενετικής | διαγενετικού |
| Αιτιατική | διαγενετικό | διαγενετική | διαγενετικό |
| Κλητική | διαγενετικέ | διαγενετική | διαγενετικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | διαγενετικοί | διαγενετικές | διαγενετικά |
| Γενική | διαγενετικών | διαγενετικών | διαγενετικών |
| Αιτιατική | διαγενετικούς | διαγενετικές | διαγενετικά |
| Κλητική | διαγενετικοί | διαγενετικές | διαγενετικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →