διαγράφομαι
•
- παθητικές σημασίες του διαγράφω Βικιλεξικό
- φαίνομαι, σχηματίζομαι, διακρίνομαι Βικιλεξικό
- για κάτι που φαίνεται ότι θα συμβεί στο μέλλον, που υπάρχει ως πιθανότητα Βικιλεξικό
- Το μέλλον του ανθρώπου διαγράφεται «βιονικό». Τα άτομα με κινητική ή αισθητηριακή αναπηρία μπορεί στο μέλλον να έχουν καλύτερες επιδόσεις από τα υγιή. (enet.gr)
Ετυμολογία
διαγράφομαι < παθητική φωνή του ρήματος διαγράφω
Άλλοι τύποι
διαγράφτηκαδιαγράφωδιαγραμμένος
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →