Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

διαγραφή

/ði̯a.ɣɾaˈfi/ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του διαγράφω Βικιλεξικό
  2. η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του διαγράφω Βικιλεξικό
  3. η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του διαγράφω Βικιλεξικό

Ετυμολογία

διαγραφή < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή διαγραφή (αρχαία σημασία: διάγραμμα). Μορφολογικά, δια- + γραφή

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήδιαγραφήδιαγραφές
Γενικήδιαγραφήςδιαγραφών
Αιτιατικήδιαγραφήδιαγραφές
Κλητικήδιαγραφήδιαγραφές

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →