Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

διαγραφείς

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που διαγράφτηκε (πχ από ένα κόμμα) Βικιλεξικό
    • οι διαγραφέντες βουλευτές σχημάτισαν νέα κοινοβουλευτική ομάδα

Ετυμολογία

διαγραφείς < αρχαιόκλιτη μετοχή παθητικού αορίστου β' του ρήματος διαγράφω / διαγράφομαι

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήδιαγραφείςδιαγραφείσαδιαγραφέν
Γενική———
Αιτιατική———
Κλητική———

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστική———
Γενική———
Αιτιατική———
Κλητική———

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →