Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

διαγωγή

/ði̯a.ɣoˈʝi/ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. ο τρόπος συμπεριφοράς υπό συγκεκριμένες συνθήκες απέναντι στους άλλους Βικιλεξικό

Ετυμολογία

διαγωγή < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική διαγωγή (μεταφορά, τρόπος που περνάμε τον καιρό) & σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική conduite. Συγχρονικά αναλύεται σε (δια) δι- & αγωγή.

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήδιαγωγήδιαγωγές
Γενικήδιαγωγήςδιαγωγών
Αιτιατικήδιαγωγήδιαγωγές
Κλητικήδιαγωγήδιαγωγές

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →