διαγωγή
•
- ο τρόπος συμπεριφοράς υπό συγκεκριμένες συνθήκες απέναντι στους άλλους Βικιλεξικό
Ετυμολογία
διαγωγή < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική διαγωγή (μεταφορά, τρόπος που περνάμε τον καιρό) & σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική conduite. Συγχρονικά αναλύεται σε (δια) δι- & αγωγή.
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | διαγωγή | διαγωγές |
| Γενική | διαγωγής | διαγωγών |
| Αιτιατική | διαγωγή | διαγωγές |
| Κλητική | διαγωγή | διαγωγές |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →