Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

διαγωνιστικός

/ði.a.ɣo.ni.stiˈkos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. ο σχετικός με διαγωνισμό Βικιλεξικό
    • Τον Ιούνιο του 2020 το ΤΑΙΠΕΔ ξεκίνησε μια διεθνή διαγωνιστική διαδικασία δύο σταδίων για την παραχώρηση της ΥΑΦΑ Νότιας Καβάλας.

Ετυμολογία

διαγωνιστικός < διαγωνισ(μός) + -τικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήδιαγωνιστικόςδιαγωνιστικήδιαγωνιστικό
Γενικήδιαγωνιστικούδιαγωνιστικήςδιαγωνιστικού
Αιτιατικήδιαγωνιστικόδιαγωνιστικήδιαγωνιστικό
Κλητικήδιαγωνιστικέδιαγωνιστικήδιαγωνιστικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήδιαγωνιστικοίδιαγωνιστικέςδιαγωνιστικά
Γενικήδιαγωνιστικώνδιαγωνιστικώνδιαγωνιστικών
Αιτιατικήδιαγωνιστικούςδιαγωνιστικέςδιαγωνιστικά
Κλητικήδιαγωνιστικοίδιαγωνιστικέςδιαγωνιστικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →