διαδήλωσις
•
- καθαρεύουσαζωηρή εκδήλωση, έκφραση συναισθημάτων Βικιλεξικό
- καθαρεύουσαη διαδήλωση Βικιλεξικό
- καθαρεύουσαπανηγυρική υποδοχή Βικιλεξικό
Ετυμολογία
διαδήλωσις (μαρτυρείται από το 1848) < διαδηλῶ + -σις
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →