διαδοχικότητα
•
- το να είναι κάποιος διαδοχικός με κάποιον άλλο, η ιδιότητα του διαδοχικού Βικιλεξικό
Ετυμολογία
διαδοχικότητα < διαδοχικός + -ότητα
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | διαδοχικότητα | διαδοχικότητες |
| Γενική | διαδοχικότητας | διαδοχικοτήτων |
| Αιτιατική | διαδοχικότητα | διαδοχικότητες |
| Κλητική | διαδοχικότητα | διαδοχικότητες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →