Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

διαδρομή

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. το σύνολο των σημείων που περνάει κάποιος πηγαίνοντας από ένα σημείο σε ένα άλλο Βικιλεξικό
    • Τρομάζω λίγο στη σκέψη τι διαδρομή μπορεί να έκανε ο Νίκος για να καταφέρει να βγει απ' το Αγρίνιο και να μπορέσει να φτάσει στην Αθήνα για την υπόθεση του Γιώργου. Θα ήταν σαν να παίρνει εξοδόχαρτο από στρατόπεδο. Όχι από στρατιωτική μονάδα αλλά από στρατόπεδο συγκεντρώσεως, στο οποίο τα παραπήγματα των τροφίμων είναι τα ίδια τους τα σπίτια, τα κρεβάτια τους. (Ηλίας Μαγκλίνης, Είμαι όσα έχω ξεχάσει. Μια αληθινή ιστορία, εκδ. Μεταίχμιο, 2019)
  2. συνεκδοχικάο χρόνος που χρειάζεται για να πάει κάποιος από ένα σημείο σε άλλο Βικιλεξικό
  3. δίκτυο υπολογιστώνpath: η ακολουθία των κόμβων (nodes) από όπου διέρχεται ένα πακέτο (packet) στα δίκτυα μεταγωγής για να φθάσει τον κόμβο προορισμού (destination node) Βικιλεξικό

Ετυμολογία

διαδρομή < αρχαία ελληνική διαδρομή

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήδιαδρομήδιαδρομές
Γενικήδιαδρομήςδιαδρομών
Αιτιατικήδιαδρομήδιαδρομές
Κλητικήδιαδρομήδιαδρομές

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →