διαθερμαίνω
•
- θερμαίνω εντελώς, απ’ άκρη σ’ άκρη, ή διαμέσου κάτι Βικιλεξικό
Ετυμολογία
διαθερμαίνω < αρχαία ελληνική διαθερμαίνω < διά + θερμαίνω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | διαθερμαίνω | διαθερμαίνεις | διαθερμαίνει | διαθερμαίνουμε | διαθερμαίνετε | διαθερμαίνουν / διαθερμαίνουνε |
| Παρατατικός | διαθέρμαινα | διαθέρμαινες | διαθέρμαινε | διαθερμαίναμε | διαθερμαίνατε | διαθέρμαιναν / διαθερμαίναν / διαθερμαίνανε |
| Αόριστος | διαθέρμανα | διαθέρμανες | διαθέρμανε | διαθερμάναμε | διαθερμάνατε | διαθέρμαναν / διαθερμάναν / διαθερμάνανε |
| Μέλλοντας | θα διαθερμάνω / θα διαθερμαίνω | θα διαθερμάνεις / θα διαθερμαίνεις | θα διαθερμάνει / θα διαθερμαίνει | θα διαθερμάνουμε / θα διαθερμαίνουμε | θα διαθερμάνετε / θα διαθερμαίνετε | θα διαθερμάνουν / θα διαθερμάνουνε / θα διαθερμαίνουν / θα διαθερμαίνουνε |
| Παρακείμενος | έχω διαθερμάνει | έχεις διαθερμάνει | έχει διαθερμάνει | έχουμε διαθερμάνει | έχετε διαθερμάνει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα διαθερμάνει | είχες διαθερμάνει | είχε διαθερμάνει | είχαμε διαθερμάνει | είχατε διαθερμάνει | — |
| Υποτακτική | να έχω διαθερμάνει / να διαθερμάνω / να διαθερμαίνω | να έχεις διαθερμάνει / να διαθερμάνεις / να διαθερμαίνεις | να έχει διαθερμάνει / να διαθερμάνει / να διαθερμαίνει | να έχουμε διαθερμάνει / να διαθερμάνουμε / να διαθερμαίνουμε | να έχετε διαθερμάνει / να διαθερμάνετε / να διαθερμαίνετε | να διαθερμάνουν / να διαθερμάνουνε / να διαθερμαίνουν / να διαθερμαίνουνε |
| Προστακτική | — | διαθέρμαινε / διαθέρμανε | — | — | διαθερμάνετε / διαθερμαίνετε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →