Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

διαθεσιμότητα

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. η κατάσταση κατά την οποία ένας (δημόσιος) υπάλληλος ή στρατιωτικός έχουν απομακρυνθεί προσωρινά από την υπηρεσία τους για διάφορους λόγους Βικιλεξικό
    • Η ομοσπονδία είχε καταγγείλει αμέσως μετά τη δημοσιοποίηση των «πινάκων της ντροπής» την ενέργεια του υπουργείου να προχωρήσει στην υλοποίηση του νόμου για τις διαθεσιμότητες των εκπαιδευτικών πριν ακόμη αυτός συζητηθεί και ψηφιστεί στη Βουλή. (*)
  2. η κατάσταση κατά την οποία ένας αξιωματικός που έχει τραυματιστεί σοβαρά αποστρατεύεται, λαμβάνοντας όμως κανονικά τις αποδοχές και τις προαγωγές του Βικιλεξικό
  3. το να βρίσκεται κάποιος ή κάτι στη διάθεση άλλων, να μπορεί να διατεθεί Βικιλεξικό
    • Το αλεύρι είναι το κύριο συστατικό του ψωμιού, το οποίο είναι βασικό τρόφιμο σε πολλές χώρες, και επομένως η διαθεσιμότητα και επάρκεια του αλευριού είναι συχνά ένα σημαντικό οικονομικό και πολιτικό ζήτημα. (*)

Ετυμολογία

διαθεσιμότητα < διαθέσιμος + -ότητα ((μεταφραστικό δάνειο) (γαλλικά) disponibilité)

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήδιαθεσιμότηταδιαθεσιμότητες
Γενικήδιαθεσιμότηταςδιαθεσιμοτήτων
Αιτιατικήδιαθεσιμότηταδιαθεσιμότητες
Κλητικήδιαθεσιμότηταδιαθεσιμότητες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →