Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

διαθετικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. ψυχολογίαθυμικός, συναισθηματικός (-ή, -ό), που αναφέρεται ή επιδρά στο/αφορά ή επηρεάζει το συναίσθημα, που αφορά εγκεφαλικούς συναισθηματικούς μηχανισμούς/διεργασίες, που αφορά το μεταιχμιακό σύστημα Βικιλεξικό
    • που αφορά την διάθεση, που αφορά το πως νοιώθει κάποιος για κάποιον ή κάτι
    • αγγλικά : affective ⁽ᵉⁿ⁾
  2. συναισθηματικά φορτισμένος Βικιλεξικό
  3. ρυθμιστικός, κανονιστικός, διευθετικός Βικιλεξικό
  4. που διαθέτει κάτι Βικιλεξικό
  5. γραμματική"διαθετικά ρήματα", αυτά που σημαίνουν διάθεση ή κάποια κατάστασηhttp://www.livepedia.gr/index.php/Διαθετικός Βικιλεξικό

Ετυμολογία

διαθετικός < → λείπει η ετυμολογία

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήδιαθετικόςδιαθετικήδιαθετικό
Γενικήδιαθετικούδιαθετικήςδιαθετικού
Αιτιατικήδιαθετικόδιαθετικήδιαθετικό
Κλητικήδιαθετικέδιαθετικήδιαθετικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήδιαθετικοίδιαθετικέςδιαθετικά
Γενικήδιαθετικώνδιαθετικώνδιαθετικών
Αιτιατικήδιαθετικούςδιαθετικέςδιαθετικά
Κλητικήδιαθετικοίδιαθετικέςδιαθετικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →