διαθετικός
•
- ψυχολογίαθυμικός, συναισθηματικός (-ή, -ό), που αναφέρεται ή επιδρά στο/αφορά ή επηρεάζει το συναίσθημα, που αφορά εγκεφαλικούς συναισθηματικούς μηχανισμούς/διεργασίες, που αφορά το μεταιχμιακό σύστημα Βικιλεξικό
- που αφορά την διάθεση, που αφορά το πως νοιώθει κάποιος για κάποιον ή κάτι
- αγγλικά : affective ⁽ᵉⁿ⁾
- συναισθηματικά φορτισμένος Βικιλεξικό
- ρυθμιστικός, κανονιστικός, διευθετικός Βικιλεξικό
- που διαθέτει κάτι Βικιλεξικό
- γραμματική"διαθετικά ρήματα", αυτά που σημαίνουν διάθεση ή κάποια κατάστασηhttp://www.livepedia.gr/index.php/Διαθετικός Βικιλεξικό
Ετυμολογία
διαθετικός < → λείπει η ετυμολογία
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | διαθετικός | διαθετική | διαθετικό |
| Γενική | διαθετικού | διαθετικής | διαθετικού |
| Αιτιατική | διαθετικό | διαθετική | διαθετικό |
| Κλητική | διαθετικέ | διαθετική | διαθετικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | διαθετικοί | διαθετικές | διαθετικά |
| Γενική | διαθετικών | διαθετικών | διαθετικών |
| Αιτιατική | διαθετικούς | διαθετικές | διαθετικά |
| Κλητική | διαθετικοί | διαθετικές | διαθετικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →