Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

διαθλασίμετρο

ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. όργανο μέτρησης της απόκλισης του φωτός το οποίο περνά μέσα από υγρό, καθώς αυτό προσπίπτει στην επιφάνειά του (για αναλύσεις της ποιότητας και περιεκτικότητας του μελιού, κρασιού κ.ά.) Βικιλεξικό
    • Ο δείκτης διάθλασης όλων των δειγμάτων μετρήθηκε με το διαθλασίμετρο του Abbé σε θερμοκρασία δωματίου (Χημικά Χρονικά, τόμοι 13-14, Επιστημονική Επιτροπή της Ένωσης Ελλήνων Χημικών, 1984)

Ετυμολογία

διαθλασίμετρο < (καθαρεύουσα) διάθλασι(ς) (διάθλαση) + -μετρο

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήδιαθλασίμετροδιαθλασίμετρα
Γενικήδιαθλασίμετρουδιαθλασίμετρων
Αιτιατικήδιαθλασίμετροδιαθλασίμετρα
Κλητικήδιαθλασίμετροδιαθλασίμετρα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →