διαθρυλώ
•
- αρχαιοπρεπέςδιαλαλώ, διατυμπανίζω Βικιλεξικό
Ετυμολογία
διαθρυλώ < αρχαία ελληνική διαθρυλέω / διαθρυλῶ < διά + θρυλέω / θρυλῶ < θρῦλος
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | διαθρυλώ | διαθρυλείς | διαθρυλεί | διαθρυλούμε | διαθρυλείτε | διαθρυλούν / διαθρυλούνε |
| Παρατατικός | διαθρυλούσα | διαθρυλούσες | διαθρυλούσε | διαθρυλούσαμε | διαθρυλούσατε | διαθρυλούσαν / διαθρυλούσανε |
| Αόριστος | διαθρύλησα | διαθρύλησες | διαθρύλησε | διαθρυλήσαμε | διαθρυλήσατε | διαθρυλήσαν / διαθρυλήσανε / διαθρύλησαν |
| Μέλλοντας | θα διαθρυλήσω / θα διαθρυλώ | θα διαθρυλήσεις / θα διαθρυλείς | θα διαθρυλήσει / θα διαθρυλεί | θα διαθρυλήσουμε / θα διαθρυλούμε | θα διαθρυλήσετε / θα διαθρυλείτε | θα διαθρυλήσουν / θα διαθρυλήσουνε / θα διαθρυλούν / θα διαθρυλούνε |
| Παρακείμενος | έχω διαθρυλήσει | έχεις διαθρυλήσει | έχει διαθρυλήσει | έχουμε διαθρυλήσει | έχετε διαθρυλήσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα διαθρυλήσει | είχες διαθρυλήσει | είχε διαθρυλήσει | είχαμε διαθρυλήσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω διαθρυλήσει / να διαθρυλήσω / να διαθρυλώ | να έχεις διαθρυλήσει / να διαθρυλήσεις / να διαθρυλείς | να έχει διαθρυλήσει / να διαθρυλήσει / να διαθρυλεί | να έχουμε διαθρυλήσει / να διαθρυλήσουμε / να διαθρυλούμε | να έχετε διαθρυλήσει / να διαθρυλήσετε / να διαθρυλείτε | να διαθρυλήσουν / να διαθρυλήσουνε / να διαθρυλούν / να διαθρυλούνε |
| Προστακτική | — | διαθρύλει / διαθρύλησε | — | — | διαθρυλήστε / διαθρυλείτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →