διαιρούμαι
•
- παθητική φωνή του ρήματος διαιρώ Βικιλεξικό
Ετυμολογία
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | διαιρούμαι | διαιρείσαι | διαιρείται | διαιρούμαστε | διαιρείστε | διαιρούνται |
| Παρατατικός | διαιρούμουν | διαιρούσουν | διαιρούνταν | διαιρούμασταν / διαιρούμαστε | διαιρούσασταν / διαιρούσαστε | διαιρούνταν |
| Αόριστος | διαιρέθηκα | διαιρέθηκες | διαιρέθηκε | διαιρεθήκαμε | διαιρεθήκατε | διαιρέθηκαν / διαιρεθήκαν / διαιρεθήκανε |
| Μέλλοντας | θα διαιρεθώ / θα διαιρούμαι | θα διαιρείσαι / θα διαιρεθείς | θα διαιρείται / θα διαιρεθεί | θα διαιρεθούμε / θα διαιρούμαστε | θα διαιρείστε / θα διαιρεθείτε | θα διαιρεθούν / θα διαιρεθούνε / θα διαιρούνται |
| Παρακείμενος | έχω διαιρεθεί | έχεις διαιρεθεί | έχει διαιρεθεί | έχουμε διαιρεθεί | έχετε διαιρεθεί | έχουν διαιρεθεί |
| Υπερσυντέλικος | είχα διαιρεθεί | είχες διαιρεθεί | είχε διαιρεθεί | είχαμε διαιρεθεί | είχατε διαιρεθεί | είχαν διαιρεθεί |
| Υποτακτική | να έχω διαιρεθεί / να διαιρεθώ / να διαιρούμαι | να έχεις διαιρεθεί / να διαιρείσαι / να διαιρεθείς | να έχει διαιρεθεί / να διαιρείται / να διαιρεθεί | να έχουμε διαιρεθεί / να διαιρεθούμε / να διαιρούμαστε | να έχετε διαιρεθεί / να διαιρείστε / να διαιρεθείτε | να έχουν διαιρεθεί / να διαιρεθούν / να διαιρεθούνε / να διαιρούνται |
| Προστακτική | — | διαιρέσου | — | — | διαιρείστε / διαιρεθείτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →