Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

διαισθητικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. σχετικός με τη διαίσθηση Βικιλεξικό

Ετυμολογία

διαισθητικός < διαίσθηση

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήδιαισθητικόςδιαισθητικήδιαισθητικό
Γενικήδιαισθητικούδιαισθητικήςδιαισθητικού
Αιτιατικήδιαισθητικόδιαισθητικήδιαισθητικό
Κλητικήδιαισθητικέδιαισθητικήδιαισθητικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήδιαισθητικοίδιαισθητικέςδιαισθητικά
Γενικήδιαισθητικώνδιαισθητικώνδιαισθητικών
Αιτιατικήδιαισθητικούςδιαισθητικέςδιαισθητικά
Κλητικήδιαισθητικοίδιαισθητικέςδιαισθητικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →